ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΤΟΥ 1593, ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ IV ΑΠΟ ΤΟ 1686 ΚΑΙ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥ 17ου ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ IV ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Αρχιμανδρίτης Θεογνώστης (Πουσκόβ)

Το άρθρο είναι αφιερωμένο στο επίκαιρο για τη σύγχρονη ορθόδοξη κοινωνία ζήτημα σχετικά με τα σύνορα των δικαιωμάτων (δικαιοδοσίας) του Πατριαρχείου της Μόσχας. Συγκεκριμένα, η αντιπαράθεση για αυτό το ζήτημα οξύνθηκε εξαιτίας της εκκινημένης από τις κοσμικές αρχές της Ουκρανίας διαδικασίας για την παραχώρηση αυτοκεφάλου (ανεξαρτησίας και αυτοδιοίκησης) στην Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ουκρανία. Ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τη Μόσχα γίνεται μία έντονη αντιπαράθεση σχετικά με την εξής κανονική διαφωνία· εάν έλαβε η Μόσχα τα δικαιώματα δικαιοδοσίας για τη Μητρόπολη του Κιέβου η οποία εξ’ αρχής υπαγόταν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως; Ως απολογητής της δικαιοδοσίας της Μόσχας υπέρ του Κιέβου παρουσιάστηκε ο διδάκτωρ θεολογίας ιερέας Μιχαήλ Ζελτόβ. Όμως, το θεμελιώδες του και, όπως φαίνεται, ουσιώδες έργο «Ιστορικά και κανονικά τεκμήρια της ενότητας της ρωσικής Εκκλησίας» αμφισβητήθηκε δικαίως και από τους σοβιετικούς επιστήμονες, και από τους ειδικούς του εκκλησιαστικού δικαίου, συγκεκριμένα από τους κανονιστές του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Ωστόσο, τα συμπεράσματα των κριτικών που ανέφεραν τα αδύναμα σημαία στο άρθρο του π. Μιχάηλ Ζελτόβ είναι εξίσου κατηγορηματικά ως προς την άρνηση της κανονικής υπόστασης της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείο της Μόσχας υπέρ της Μητροπόλεως του Κιέβου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε πειστικά ότι το γεγονός ότι τα συμπεράσματα  του π. Μιχαήλ είναι αμφισβητήσιμα δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι τα συμπεράσματα των κανονιστών της Κωνσταντινουπόλεως δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση. Η λύση αυτού του προβλήματος στα πλαίσια του επιστημονικού κανονικού πεδίου έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διέξοδο από την κρίση η οποία διαμορφώθηκε ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τη Μόσχα, καθώς και στην ίδια την ουκρανική Ορθοδοξία σχισμένη σε εχθρικές μεταξύ τους ομάδες – την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου του Κιέβου και την Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Λέξεις-κλειδιά: το αυτοκέφαλο της Ουκρανικής Εκκλησίας, η Σύνοδος των Ανατολικών Πατριαρχών του 1593, η επιτολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Διονυσίου του 1686, τα σύνορα της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου της Μόσχας.

 

 

Πρόλογος

Το ζήτημα του αυτοκεφάλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ουκρανία έχει αναστατώσει τη σύγχρονη ορθόδοξη κοινωνία (όχι μόνο τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και την Οικουμενική Ορθοδοξία εν γένει), οι προσπάθειες να λυθεί αυτό το ζήτημα  βασίζονται στις παλαιές κανονικές πράξεις οι οποίες ορίζουν τα σύνορα της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου της Μόσχας. Στο επιστημονικό άρθρο για το ευρύ κοινό του ιερέα Μιχαήλ Ζελτόβ «Ιστορικά και κανονικά τεκμήρια της ενότητας της ρωσικής Εκκλησίας» [2] η προσοχή του συγγραφέα επικεντρώνεται σε δύο κανονικά έγγραφα· τις Αποφάσεις της Συνόδου των Ανατολικών Πατριαρχών στην Κωνσταντινούπολη του 1593 (περί των συνόρων του Πατριαρχείου της Μόσχας ιδρυμένου το 1589) και την επιστολή του Πατριάρχη Διονυσίου του 1686 (περί της μετάβασης της Μητροπόλεως του Κιέβου του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως «στην επιτήρηση» του Πατριάρχη της πόλης της Μόσχας). Παρά το υψηλό επίπεδο γνώσεων του μορφωμένου ιερέα Μ. Ζελτόβ το άρθρο του προκάλεσε μία σειρά δίκαιων και τεκμηριωμένων σχολιασμών. Είναι προβληματικό να συμφωνήσει κανείς με τα συμπεράσματα του π. Μιχαήλ επειδή είναι αμφισβητήσιμα.  Από την άλλη πλευρά, από τα αρνητικά συμπεράσματα σχετικά με το νόημα και το περιεχόμενο των παλαιών πράξεων δεν προκύπτει ότι το Πατριαρχείο της Μόσχας την παρούσα στιγμή δεν έχει κανονική δικαιοδοσία υπέρ της Μητροπόλεως του Κιέβου. Αλλά οι βάσεις αυτής της δικαιοδοσίας δεν φαίνονται στα έγγραφα του 1593 και του 1686, αλλά στο 17-ο κανόνα της Συνόδου της Χαλκηδόνας (του 451).

Για ποιο λόγο ο συγγραφέας του παρόντος διάλεξε να γράψει το άρθρο του σε μορφή των αντιρρήσεων κατά του π. Μιχαήλ Ζελτόβ; Πρώτον, ο αντίπαλός μου είναι ένας άνθρωπος πραγματικά μορφωμένος με μεγάλο κύρος στο σύγχρονο ρωσόφωνο επιστημονικό θεολογικό περιβάλλον. Το άρθρο του κατευθείαν απέκτησε φήμη και μερικοί εκπρόσωποι της θεολογικής επιστήμης της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας συχνά ανέφεραν παραθέματα από αυτό (ιερέας Βλαντίμιρ Σμάλιι, τα μέλη της Συνοδικής επιτροπής της θεολογίας και της ερμηνείας της Βίβλου), αλλά έγινε ευρέως γνωστό και στον κύκλο των ιδεολογικών αντιπάλων του αυτοκεφάλου στην Ουκρανία οι οποίοι δεν έχουν ειδική θεολογική παιδεία. Όμως εν όψει του γεγονότος ότι τα συμπεράσματα και οι ερμηνείες του π. Μιχαήλ Ζελτόβ είναι ευάλωτα για κριτική (έτσι, ακόμα και η Βέρα Τσεντσόβα [8], στις έρευνες της οποίας βασίζεται ο π. Μιχαήλ, άσκησε απότομη κρητική κατά των συμπερασμάτων του), τα λάθη και τα προκατειλημμένα συμπεράσματα του συγγραφέα για τον οποίο ασκώ κριτική μπορούν να σκιάσουν όλη την επιστήμη και να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα να αποδεικνύεται κανονικά η νομιμότητα της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου της Μόσχας υπέρ του Κιέβου. Δηλαδή τα αποτελέσματα μπορούν να είναι αντίθετα από αυτά που σχεδίασε ο π. Μιχαήλ. Δεύτερον, ο ίδιος π. Ζελτόβ βρήκε της σωστή κατεύθυνση της απολογίας των δκαιωμάτων του Πατριαρχείου της Μόσχας για το Κίεβο (17-οςκανόνας της Συνόδου της Χαλκηδόνας), αλλά το θεώρησε από εντελώς άχρηστο για την προκειμένη περίπτωση πρίσμα (η τσαρική εξουσία). Γι’ αυτό εμείς με ευγνωμοσύνη θα βαδίσουμε στην κατεύθυνση την οποία υπέδειξε ο Ζελτόβ (πρωτοπόρος στις συζητήσεις για αυτό το θέα) και σημειώνοντας μερικές ανακρίβειες και ατέλειες θα φτάσουμε αυτό το ζήτημα στην τελική λύση στα πλαίσια του επιστημονικού πεδίου. Η πρακτική δε εφαρμογή είναι η δουλειά των ιεραρχών.

Λοιπόν, κάτωθι αναλύω (από κριτική άποψη και με συμφραζόμενα άλλων εκκλησιαστικών εγγράφων των 17ου-18ου αι.) τρία έγγραφα που αναφέρονται στον τίτλο του παρόντος με την εξής σειρά· τα έγγραφα του 1593, του 1686 και του 451.

  1. Οι πράξεις της Συνόδου των Ανατολικών Πατριαρχών στην Κωνσταντινούπολη το 1593

Η βασική θέση στο άρθρο του π. Μιχαήλ είναι ο ισχυρισμός ότι με την Πράξη της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως το 1593, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Ανατολικοί Πατριάρχες, δόθηκε στη Μόσχα ο λόγος να εκτείνει την δικαιοδοσία της στο Κίεβο. «Η συνοδική πράξη του 1593 όχι μόνο δεν προϋπόθετε την ύπαρξη των δύο μητροπόλεων «Πάσας Ρωσίας», αλλά και παρείχε στο Ρώσο τσάρο και στον Πατριάρχη της Μόσχας όλα τα απαραίτητα εργαλεία για να λύσουν το πρόβλημα του διαχωρισμού της δυτικο-Ρωσικής μητροπόλεως που υπήρχε τότε», – γράφει ο π. Ζελτόβ [2]. Η κριτική που θα ασκηθεί για αυτή τη θέση έχει δύο όψεις·

α) Διαμόρφωση της συνοδικής απόφασης του 1593 (παράθεμα από το κείμενο του π. Ζελτόβ): Ελληνικό κείμενο: «…τὸν θρόνον τῆς εὐσεβεστάτης καὶ ὀρθοδόξου πόλεως Μοσκόβου εἶναί τε καὶ λέγεσθαι πατριαρχεῖον, διὰ τὸ βασιλείας ἀξιωθῆναι παρὰ Θεοῦ τὴν χώραν ταύτην, πᾶσάν τε Ῥωσίαν καὶ τὰ ὑπερβόρεια μέρη ὑποτάττεσθαι τῷ πατριαρχικῷ θρόνῳ Μοσκόβου καὶ πάσης Ῥωσίας καὶ τῶν ὑπερβορείων μερῶν» μεταφρασμένο από τον ίδιο τον π. Μιχαήλ. Διαφωνία προκύπτει σχετικά με δύο όρους – «πάσα Ρωσία» και «υπερβόρεια μέρη».

Ο πρωτοδιάκονος Αντρέι Κουράεβ δίκαια επικέντρωσε την προσοχή του  π.Ζελτόβ στο γεγονός ότι «η έννοια «πάσα Ρωσία» στο νου του συγχρόνου του πατέρα Μιχαήλ και για το σκεπτικό του «ρωσικού κόσμου» δύσκολα ταυτίζονται με την αντίληψη των Ελλήνων του 16ου αι. για τα σύνορα της πάσας Ρωσίας» [5]. Για την Κωνσταντινούπολη τότε το Κίεβο, η Γκετμάνσινα και άλλα μέρη της σύγχρονης Ουκρανίας και Λευκορωσίας θεωρούνταν τότε εκτάσεις της Πολωνίας και της Λιθουανίας και όχι της Ρωσίας [4]. Με μεγάλη δυσκολία μπορεί να ερμηνευτεί αυτό το κείμενο ως έμμεση  αναφορά στο δικαίωμα των Πατριαρχών να εκτείνουν τη δικαιοδοσία τους σε αυτές τις εκτάσεις στην περίπτωση της ένταξής τους στην επικράτεια της Ρωσικής αυτοκρατορίας (το οποίο εννοεί και ο π. Ζελτόβ αναφέροντας την απόφαση της Συνόδου για την «τσαρική εξουσία», δηλαδή όταν αυτές οι εκτάσεις υπαχθούν στον τσάρο της Μόσχας τότε θα τις μοιράσει ο Πατριάρχης της Μόσχας σύμφωνα με τ σύνορα των εσωτερικών περιοχών του Ρωσικού κράτους, αλλά μέχρι στιγμής…).

Σχετικά με τα «υπερβόρεια μέρη» ξανά έρχονται σε αντίφαση οι ερμηνείες· βόρεια ως προς τη Μόσχα ή ως προς την Κωνσταντινούπολη; Ο π. Ζελτόβ αντιλαμβάνεται ότι το κείμενο της απόφασης εννοεί τις εκτάσεις οι οποίες βρίσκονται βόρεια της Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδή το κείμενο πρέπει να διαβάζεται ως εξής· «ο Πατριάρχης της Μόσχας και πάσων των χωρών που βρίσκονται πιο βόρεια από εμάς, τους Έλληνες». Αλλά τέτοια «ευρεία» ερμηνεία δύσκολα γίνεται αποδεκτή. Γιατί γεωγραφικά βόρεια της Κωνσταντινουπόλεως βρίσκεται η Βουλγαρία και η Σερβία! Δεν είναι δυνατόν να ήθελε η Σύνοδος να μεταφέρει αυτές τις εκτάσεις στην δικαιοδοσία της Μόσχας. Νομίζω ότι και ο ίδιος ο π. Μιχαήλ δεν θα συμφωνήσει με τέτοια άποψη, όμως προκύπτει αναπόφευκτα από την ερμηνεία «βόρεια της Κωνσταντινοπόλεως». Γι’ αυτό κατά τη γνώμη μου το νόημα της απόφασης της Συνόδου ερμηνεύεται ως «η Μόσχα και όλος ο ρωσικός βοράς». Και όπως μου φαίνεται η διευκρίνηση «υπερβόρεια μέρη» γίνεται για να αποσπάσει από την επιρροή της Μόσχας το νότο του παλαιού Κράτους των Ρως και «νυν» (την περίοδο της σύστασης της απόφασης της Συνόδου) τα μέρη που ανήκουν στην Οθωμανική, την Πολωνική και την Λιθουανική χώρες. Στην ορθότητα των συμπερασμάτων μας θα πειστούμε στην ανάλυση της επιστολής 1686.

Όμως δια του λόγου το αληθές πρέπει να παραδεχτούμε ότι εδώ εγώ και ο π. Ζελτόβ βρισκόμαστε στο πεδίο των αμφιλεγόμενων ερμηνειών, επειδή δύναται να ερμηνεύονται οι Πράξεις του 1593 και με τον τρόπο που προτείνει ο αντίπαλός μου. Πως μπορούμε να βρούμε τη σωστή ερμηνεία αυτού του αποσπάσματος της συνοδικής απόφασης;

Για να απαντήσουμε στην ερώτηση για το ποιος από εμάς έχει δίκαιο πρέπει να προτρέξουμε στα εξής·

β) Τα έγγραφα των Ελλήνων απεσταλμένα στην Πολωνία, τη Λιθουανία, τη Μόσχα και το Κίεβο μετά το 1593.

Το πρώτο έγγραφο αυτής της περιόδου είναι η «Επιστολή της εισαγωγής σε τίτλο» στο Μητροπολίτη του Κιέβου, Γκάλιτσκι και Πάσας Μικράς Ρωσίας  [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ. 187] στον Ιώβ Μπορέτσκιι από τον Πατριάρχη των Ιεροσολύμων Θεοφάνη τον Γ’ ο οποίος τον χειροτόνησε από το 1620, δηλαδή 27 χρόνια μετά από την απόφαση της Συνόδου το  1593. Σε αυτήν την επιστολή ο Θεοφάνης απευθύνεται σε «όλους τους ανθρώπους ιερατικού τίτλου και τους κοσμικούς στη Μικρά Ρωσία, το βασίλειο της Πολωνίας, το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας και της Ρωσίας και σε όλα τα άλλα κράτη και δουκάτα υπό την εξουσία του λαμπρότατου βασιλιά της Πολωνίας – τους ορθόδοξους χριστιανούς της Ιεράς ανατολικής Καθολικής Εκκλησίας παναγιώτατου θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως στους υπάκουους γιους» [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ. 184]. Από αυτό το κείμενο προκύπτει αναμφισβήτητα ότι ο Θεοφάνης (ο οποίος, όπως γίνεται κατανοητό στη συνέχεια της επιστολής, ενεργούσε ως έξαρχος των Πατριαρχών της Κωνσταντινουπόλεως, της Αντιοχείας και Αλεξανδρείας) δεν θεωρούσε τους παραλήπτες της επιστολής του τέκνα του Πατριάρχη της Μόσχας! Γίνεται ο Θεοφάνης να μην ήξερε για τις αποφάσεις του 1593; Στις επιστολές του ο Θεοφάνης συνέχεια μιλάει προσωπικά και εκ μέρους «των τριών αποστολικών θρόνων, των Παναγιώτατων Πατριαρχών, των συμποιμένων μας» [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ. 187-188], δεν αναφέρεται καθόλου όμως στη βούληση του Πατριάρχη της Μόσχας. Και τον ίδιο τον Μπορέτσκιι τον προτρέπει να διατηρεί «την υπακοή στην Αυτού Θειοτάτη Παναγιότη, τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικό Πατριάρχη ως αληθινό και φυσικό του (σύμφωνα με τους κανόνες και εκ φύσεως;– sThg) ποίμενα» [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ. 188]. Πρέπει να σημειωθεί ότι παρακάτω ο Θεοφάνης προσφωνεί τον Ιώβ ως «μητροπολίτη του Κιέβου, Γκάλιτσκι και πάσας Ρωσίας [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ. 190, 191]. Δηλαδή παρά τα συμπεράσματα του π. Ζελτόβ οι Πατριάρχες αποφάσισαν να υπάρχουν δύο ιεράρχες με τίτλο «πάσας Ρωσίας / πάσων Ρως».

Πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε ο ίδιος ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας ο Β’ θεωρούσε ότι η δικαιοδοσία της Μόσχας εξαπλώνεται στο Κίεβο. Έτσι, ήδη μετά την εγκατάσταση του πατριαρχείου στη Μόσχα στην επιστροφή του (δηλαδή μετά την χειροτονία του Ιώβ) ο Ιερεμία τον Αύγουστο του 1589 χειροτόνησε στην πόλη της Βίλνα τον Μιχαήλ Ρογκόζα μητροπολίτη του Κιέβου! Ενώ ο προαναφερθέν Θεοφάνης ο οποίος έστειλε επιστολή στον Μπορέτσκιι θέτει κατάρα κατά του Ραγκόζα ως επίορκο που αποσπάστηκε από την Κωνσταντινούπολη και υπάχθηκε στη Ρώμη

Ένα ενδιαφέρον επεισόδιο περιγράφει ο Σ. Σολοβιόβ στην μνημειώδης του «Ιστορία της Ρωσίας»· το 1668 μητροπολίτης του Κιέβου και έξαρχος της Κωνσταντινουπόλεως στη Μικρά Ρωσία, την Πολωνία και τη Λιθουανία έγινε ο τελευταίος εγκεκριμένος από την Κωνσταντινούπολη μητροπολίτης του Κιέβου ο Ιωσήφ Νελιουμπόβιτς-Τκουκάλσκι (έτη άσκησης τίτλου 1668-1675). Δηλαδή πρόκειται για το Κίεβο μετά την προσάρτησή του στη Μεγάλη Ρωσία που έγινε το 1654, το οποίο όμως από την εκκλησιαστική άποψη ήταν ακόμα ανεξάρτητο από τη Μόσχα. Λοιπόν, αυτός ο μητροπολίτης στέρησε το αρχιερατικό τίτλο ενός επισκόπου της Μικράς Ρωσίας ο οποίος χειροτονήθηκε στη Μόσχα. Πρόκειται για τον Μεθόδιο Φιλιμόνοβιτς (χειροτονήθηκε επίσκοπος Μστισλάβσκι στη Μόσχα στις 4 Μαΐου του 1661 από τον locum tenens του πατριαρχικού θρόνου της Μόσχας τον μητροπολίτη Πιτιρίμ ο οποίος έπειτα εκλέχθηκε Πατριάρχης της Μόσχας). Ο μητροπολίτης Ιωσήφ έστειλε τον Μεθόδιο σε εξορία στο μοναστήρι Ουμάνσκι λέγοντας: «Ανάξιος να είσαι επίσκοπος επειδή χειροτονήθηκες από τον Πατριάρχη της Μόσχας» [7, σ. 361]. Το γεγονός ότι μετά ο Ιωσήφ αποδείχθηκε προδότης των συμφερόντων της Μόσχας και «εξυπηρετούσε τους Τούρκους» δεν σημαίνει ότι δεν ήταν νόμιμος μητροπολίτης του Κιέβου και η διαδικασίες της χειροτονίας του δεν προκαλούσαν αμφιβολίες στη Μόσχα.

Το επόμενο έγγραφό είναι η επιστολή του 1678 του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεου προς τους πιστούς της Μητροπόλεως του Κιέβου (η οποία μετά τον θάνατο του μητροπολίτη του Ιωσήφ παρέμενε ελεύθερη υπό την τήρηση του τίτλου από τον ηλικιωμένο αρχιεπίσκοπο Τσερνίγκοβσκι Λάζαρο Μπαρ΄νοβιτς έως το 1685). Ο Δοσίθεος υπόσχεται να ενημερώσει τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως για την άσχημη κατάσταση των ορθοδόξων της Μικράς Ρωσίας και να τον ζητήσει να στείλει έξαρχο για την Πολωνία και τη Λιθουανία [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ. 213].

5 χρόνια μετά από την επιστολή του Δοσίθεου ο Πατριάρχης της Μόσχας Ιωακείμ το 1683 έστειλε στον γκέτμαν (αρχηγό) Σαμόιλοβιτς επιστολή με παράκληση να φροντίσει για την εκλογή του μητροπολίτη στο Κίεβο [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ. 218]. Σε αυτό το κείμενο ο Ιωακείμ δεν βασίζεται στα δικαιώματα δικαιοδοσίας του, αλλά στις δυσκολίες οι οποίες προέκυψαν στην καθοδήγηση του ποιμνίου στην Πολωνία και τη Λιθουανία από τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως. Πέραν τούτου, ο Ιωακείμ αναγνωρίζει ότι «από την άποψη της πνευματικής διοίκησης αυτή η επαρχία (του Κιέβου – sThg) υπάγεται ανέκαθεν στον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως» και δικαιολογεί την εμπλοκή του σε αυτό το θέμα λέγοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση «είναι σωστό και νόμιμο να βοηθήσει» αυτούς που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  220]. Αυτή η επιστολή του Ιωακείμ δεν έφερε αποτελέσματα, γι’ αυτό το λόγο 1684 ξαναέστειλε στον γκέτμαν Σαμόιλοβιτς την παράκλησή του [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  222]. Εδώ ο Πατριάρχης επιχειρηματολογεί την εμπλοκή του με τον κίνδυνο εκ μέρους των «ουνιατών» (παρεμπιπτόντως ίσως να είναι το πρώτο έγγραφο όπου αναφέρεται η λέξη «ουνιάτης», οικουμενιστής). Το ίδιο έτος ο επίσκοπος Γεδεών Τσετβερτίνσκιι, ο οποίος δραπέτευσε από την πόλη της Βολίν στο Κίεβο, έστειλε από το Κίεβο (το οποίο ήδη ενσωματώθηκε στο Ρωσικό βασίλειο, βλ. κάτωθι) στον Πατριάρχη Ιωακείμ την «υποτακτική επιστολή» του [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  225].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο εν λόγω ζήτημα παρουσιάζει η επιστολή του 1684 των τσάρων της Ρωσίας Ιωάννη και Πέτρου του Αλεξίου προς τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Ιάκωβο [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  228].  Εδώ έρχεται η σειρά του «τσαρικού επιχειρήματος»! Οι αποστολείς υπογραμμίζουν ότι ο πατέρας τους, ο Αλέξιος του Μιχαήλ, κατέλαβε τη Μικρά Ρωσία και «εγκαταστάθηκαν στο κράτος μας το προστατευόμενο από τον Θεό Κίεβο και όλη η περιοχή της Μικράς Ρωσίας» [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  229]. Σε αυτήν την επιστολή οι τσάροι ζητούν από τον Πατριάρχη Ιάκωβο να παραχθεί στον Πατριάρχη της Μόσχας να χειροτονεί τους μητροπολίτες στο Κίεβο, όμως εγγυώνται ότι αυτή η κατάσταση δεν θα οδηγήσει την «αρχιποιμενική σας εξουσία … στην μείωση της επαρχίας» [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  231]. Δηλαδή δεν πρόκειται για τα δικαιώματα δικαιοδοσίας, αλλά μόνο για το δικαίωμα σε χειροτονία, το οποίο ζητήθηκε εξαιτίας του γεγονότος ότι ο δρόμος από το Κίεβο στην Κωνσταντινούπολη ήταν μακρινός και δύσκολος. Η λογική της επιστολής είναι ξεκάθαρη· εφόσον το Κίεβο πλέον βρίσκεται εντός του Ρωσικού βασιλείου το ταξίδι από το Κίεβο στη Μόσχα θα είναι πιο ασφαλές απ’ ότι το ταξίδι από το Κίεβο στην Κωνσταντινούπολη.

Συμπεράσματα

Τα έγγραφα του 1593 και όλη η ακόλουθη εκκλησιαστική κανονική και διπλωματική αλληλογραφία μεταξύ της Μόσχας και τους Ανατολικούς Πατριάρχες αναμφισβήτητα δηλώνει ότι αυτήν την περίοδο η Μόσχα δεν είχε δικαιοδοσία υπέρ του Κιέβου και το αντιλαμβάνονταν και οι δύο πλευρές – τόσο η Κωνσταντινούπολη όσο και η Μόσχα.

  1. Η επιστολή του Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Διονυσόυ του Γτου 1686 για τη μεταφορά της Μητροπόλεως του Κιέβου «στην επίβλεψη» του Πατριάρχη της Μόσχας

Λοιπόν, από τα προαναφερθέντα βλέπουμε ότι το 1684 και οι Ρώσοι τσάροι, και ο γκέτμαν Σαμόιλοβιτς με όλους τους κληρικούς του Κιέβου και τους ενοριακούς αναγνώριζαν χωρίς καμία αμφιβολία ότι η Μητρόπολη του Κιέβου ανήκει στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Μετά το 1654 οι κάτοικοι του Κιέβου έγιναν υπήκοοι της Ρωσίας και υποτελείς των Ρώσων τσάρων, όμως από εκκλησιαστικής απόψεως παρέμειναν τέκνα του Οικουμενικού Πατριάρχη. Οι Ρώσοι τσάροι ζήτησαν για το Πατριαρχείο της Μόσχας να χειροτονούν τον μητροπολίτη του Κιέβου αλλά δεν μιλούσαν για τη δικαιοδοσία της Μόσχας υπέρ του Κιέβου. Στην κανονική γλώσσα τέτοια κατάσταση ονομάζεται «επιτροπή» (ἐπιτροπικῶς) [1] σε αντίθεση με τη δικαιοδοσία. Για να γίνει κατανοητό σε όσους δεν γνωρίζουν τις λεπτομέρειες της κανονικής ορολογίας μπορούμε να συγκρίνουμε αυτήν την κατάσταση με δύο είδη των δικαιωμάτων σε οδήγηση αυτοκινήτου· με εξουσιοδότηση (επιτροπή) και με νομική μεταφορά δικαιωμάτων ιδιοκτησίας (δικαιοδοσία).

Η «κωνσταντινοπολίτικη ταυτότητα» της Μητροπόλεως του Κιέβου εκείνη την περίοδο ήταν τόσο μεγάλη ότι τον Αύγουστο του 1685 ένας από λίγους υποστηρικτές του Πατριαρχείου της Μόσχας ο επίσκοπος Αβραάμ Μπελγκορόντσκι έστειλε στη Μόσχα μυστική αναφορά σχετικά με το γεγονός ότι οι επίσημοι εκπρόσωποι του κλήρου, των μοναχών, της κοσμικής εξουσίας και των ενοριακών που συγκεντρώθηκαν στο Κίεβο για την εκλογή του μητροπολίτη αντιστάθηκαν κατηγορηματικά κατά της χειροτονίας του στη Μόσχα [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  237-243]. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι όλοι όσοι συγκεντρώθηκαν ήταν ήδη υπήκοοι του Ρωσικού βασιλείου ενώ οι επίσημες κοσμικές αρχές ορκίστηκαν το 1654 στην πιστή υπηρεσία στον τσάρο Αλέξιο του Μιχαήλ και τους γιους του. Η πλούσια αλληλογραφία το 1685 μεταξύ της Μόσχας και του Κιέβου [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  244-283] περιέχη το βασικότερο σκεπτικό: «Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη δικαιοδοσία αλλά το μόνο που μπορούμε είναι εξαιτίας των συγκυριών να δεχτούμε την χειροτονία από τον Πατριάρχη της Μόσχας κατόπιν συμφωνίας του Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως». Πρέπει να σημειωθεί ότι στην «Ομολογία» του Γεδεώ Τσετβερτίνσκι στην ενθρόνισή του στην κάθεδρα του Κιέβου που έγινε στη Μόσχα στις 8 Νοεμβρίου του 1685 [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  284-286] έλαβαν χώρα γεγονότα που έρχονται σε αντίφαση με τα προαναφερθέντα δηλαδή ο όρκος το Γεδεών και όλων των μετέπειτα μητροπολιτών στον Πατριάρχη της Μόσχας και πλήρης έλλειψη αναφοράς στον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την χειροτονία του Γεδεών ο Πατριάρχης Ιωακείμ έγραψε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιάκωβο αρκετά προκλητική επιστολή στην οποία απαίτησε να παραχθούν στη Μόσχα όλα τα δικαιώματα της δικαιοδοσίας υπέρ του Κιέβου: «Επειδή η Αυτού Παναγιώτις δεν έχει λόγο να διατηρεί αυτά (δηλ. τα δικαιώματα για το Κίεβο – sThg)» [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  292]. Μάλλον λόγω του προκλητικού ύφους της επιστολής δεν στάλθηκε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  293] και αντί αυτής στάλθηκε μία άλλη, πιο διπλωματική [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  294]. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος τον Απρίλιο του 1686 έστειλε στον Πατριάρχη Ιωακείμ στη Μόσχα μία θυμωμένη επιστολή με κατάκριση για την προσπάθειά του να υποτάξει το Κίεβο [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  324]. «Για ποιο λόγο αποκόπτετε την ξένη επαρχία; Είναι ντροπή απέναντι στον κόσμο και αμάρτημα απέναντι στον Θεό», – γράφει ο Δοσίθεος στον Ιωακείμ. Επίσης, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κατηγορεί τον Πατριάρχη της Μόσχας στη σιμωνία (ευθέως!), περιγράφει πως οι πρέσβεις του Πατριαρχείου και του Τσάρου της Ρωσίας «έκαναν παζάρια» με τους Έλληνες προκειμένου να πάρουν τη Μητρόπολη του Κιέβου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον σημείο στην επιστολή του Δοσίθεου προς τον Ιωακείμ είναι: «Θα έπρεπε να δείξεις την αδελφική σου αγάπη, και είσαι ήδη επίτροπος του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, και ορίζεις τον μητροπολίτη του Κιέβου και του διατάζεις και τον κρίνεις» [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  327].

Ο π. Μιχαήλ Ζελτόβ ισχυρίζεται στο άρθρο του ότι στον μητροπολίτη του Κιέβου (ο οποίος μετέβη – σύμφωνα με τον π. Μιχαήλ – στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Μόσχας) παρήχθη η υπόσταση του έξαρχου της Κωνσταντινουπόλεως. Όμως από την επιστολή του Πατριάρχη Δοσίθεου φαίνεται ο ίδιος ο Πατριάρχης της Μόσχας ήταν αντιληπτός ως έξαρχος της Κωνσταντινουπόλεως υπέρ του Κιέβου και δεν έκρινε τον μητροπολίτη εκ μέρους του ίδιου, αλλά εκ μέρους του Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως. Ο ίδιος ο Πατριάρχης Δοσίθεος σε άλλη επιστολή (προς τους Τσάρους της Ρωσίας) γράφει: «Επομένως να είναι η επαρχία (του Κιέβου – sThg) του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως διοικούμενη δε από τον Αγιώτατο Πατριάρχη της Μόσχας» [Αρχείο της νοτιοδυτικής Ρωσίας, σ.  338-339]. Εδώ μπορεί να προύψει το εξής ερώτημα· πως γίνεται ο κληρικός μίας αυτοκέφαλης Εκκλησίας να δρα ως επίτροπος μίας άλλης εκκλησίας; Όμως δεν έχει τίποτα το περίεργο επειδή στη Σύνοδο Φερράρας – Φλορεντίας του 1438-1439 ως ἔξαρχος (δηλ. σε πιο υψηλό τίτλο από τον επίτροπο) του Πατριάρχη της Αντιόχειας αποστάλθηκε ο Μαρκ, μητροπολίτης Εφέσου, επίσκοπος του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Δηλαδή ο Πατριάρχης της Αντιοχείας έδωσε το δικό του δικαίωμα ψήφου στον μητροπολίτη άλλης αυτοκέφαλης Εκκλησίας.  Ο ίδιος π. Ζελτόβ σημειώνει: «Το 1561 από τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως τον Ιωασάφ τον Β’ εκ μέρους της αρχιερατικής συνόδου … στον μητροπολίτη (της Μόσχα – sThg) Μακάριο, στην υπόσταση του έξαρχου του Πατριάρχη, αποδόθηκε το δικαίωμα να στεφανώσει τσάρο τον Ιωάννη τον Γ’ εκ μέρους του ίδιου του Πατριάρχη». Δεν προκαλεί έκπληξη ότι το Πατριαρχείο της Μόσχας ήταν αντιληπτό από την Κωνσταντινούπολη ως επίτροπός της για τις εκτάσεις των νυν Ουκρανίας, Λιθουανίας, Πολωνίας και Λευκορωσίας.

Επίσης θα επισημάνουμε ιδιαίτερα το γεγονός ότι με την πράξη του 1686 υπό την επίβλεψη της Μόσχας υπάγονταν μόνο οι εκτάσεις της επαρχίας του Κιέβου και της Μικρά Ρωσίας που προσαρτήθηκαν στο Ρωσικό βασίλειο. Όμως, η «πράξη μεταφοράς» δεν αφορούσε τις περιοχές των Εξωτερικών Ανατολικών Καρπαθίων, της Μπουκοβίνας, της Ποντόλγιε, της Γκαλίτσινα, της Βολίν, της «Ουκρανίας υπό την κατοχή των χαν» στο νότο και της Κριμαίας» [4]. Με αυτήν την κατάσταση εξηγείται το γεγονός ότι το 1759 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος Ε’ χειροτόνησε τον επίσκοπο Μελέτινσκι τον Ανατόλιο (Μέλες) ειδικά για την περιοχή Σετς Ζαπορόζσκαγια. Ωστόσο, ένα χρόνο μετά οι ρωσικές αρχές τον συνέλαβαν και τον έστειλαν για εορία στη Σιβηρία, όπως πληροφορεί ο αρχιεπίσκοπος Ιώβ Γκέτσα [4]. Δηλαδή για άλλη μία φορά αντιμετωπίζουμε την κατάσταση όταν οι εκτάσεις που προσαρτήθηκαν στο κράτος της Ρωσίας παρέμειναν από εκκλησιαστικής απόψεως υπό τη δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως.

Εδώ, πρέπει να δοθεί προσοχή σε άλλο ένα γεγονός. Ήδη το 1686 η Μόσχα υπερέβη τις εξουσίες της, γι’ αυτό γράφει ο μητροπολίτης Ιλαρίων Ογκιένκο: «Ο μητροπολίτης του Κιέβου ήταν ανέκαθεν έξαρχος του οικουμενικού θρόνου» [3], ενώ ο πρώτος δε μητροπολίτης που χειροτονήθηκε στη Μόσχα, ο Γεδεών στερήθηκε αυτού του τίτλου παρότι ο γκέτμαν Σαμόιλοβιτς ζητούσε επίμονα να παραμείνει ο τίτλος αυτός. Αυτός ο τίτλος ήταν απαραίτητος για τον μητροπολίτη του Κιέβου εν όψει του γεγονότος ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Πολωνία υπαγόταν μόνο σε αυτόν ως έξαρχο του Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως για τη Μικρά Ρωσία, την Πολωνία και τη Λιθουανία [3]. Έχοντας χάσει αυτόν τον τίτλο ο μητροπολίτης του Κιέβου έχασε και τη δικαιοδοσία του υπέρ των Εκκλησιών που ανήκαν στη μητρόπολή του εκτός των συνόρων της Μικράς Ρωσία που ενσωματώθηκε στη Μεγάλη Ρωσία το 1654. Ακριβώς σε υπόσταση του έξαρχου ο μητροπολίτης το Κιέβου ασκούσε την εξουσία του στις περιοχές των Εξωτερικών Ανατολικών Καρπαθίων, της Μπουκοβίνας, της Ποντόλγιε, της Γκαλίτσινα, της Βολίν, της «Ουκρανίας υπό την κατοχή των χαν» στο νότο, της Κριμαίας, της Σετς Ζαπορόζσκαγια, της Πολωνίας και της Λιθουανίας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Μόσχα με την ανέμελή της πράξη έχοντας απαγορεύσει στον μητροπολίτη του Κιέβου να προσφωνείται «έξαρχος Οικουμενικού Πατριαρχιμού θρόνου» στένευε τα σύνορα της δικαιοδοσίας της. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως χειροτόνησε τον επίσκοπο της Σετς Ζαπορόζσκαγια· η Κωνσταντινούπολη έχει παραδεχτεί πλέον ότι η Μόσχα διεύρυνε τη δικαιοδοσία της της Κίεβο, αλλά δεν συμφωνούσε να εκχωρήσει στο Κίεβο τις περιοχές του εξαρχάτου. Τέλος,  ας αναφέρουμε άλλο ένα γεγονός. «Εφόσον οι περιοχές της Γκαλίτσινα και των Εξωτερικών Ανατολικών Καρπαθίων στις αρχές του 20ου αι. θεωρούνταν κανονική έκταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το μέλος της Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας ο μητροπολίτης του Κιέβου Αντώνιος (Χραποβίτσκι) με σκοπό την τέλεση της ποιμενικής φροντίδας των ορθόδοξων απευθύνθηκε γραπτώς στον Οικουμενικό Πατριάρχη ζητώντας από αυτόν την άδεια και την ευλογία, καθώς και τον τίτλο του έξαρχου του Οικουμενικού Πατριάρχη για τις περιοχές της Γκαλίτσινα και των Εξωτερικών Ανατολικών Καρπαθίων. Και αυτός ο τίτλος, δηλαδή του έξαρχου των περιοχών της Γκαλίτσινα και των Εξωτερικών Ανατολικών Καρπαθίων, απονεμήθηκε στον Ρώσο ιεράρχη το 1910 με την επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’. Αργότερα αυτό ο τίτλος εγκρίθηκε και από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γερμανό Ε’  (1913- 1918 )» [4].

Έτσι λοιπόν, το έτος 1686 οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν τον Ιωακείμ ως Πατριάρχη της Μόσχας και της Βόρειας Ρωσίας, καθώς και ως διοικητικός αντιπρόσωπος (επίτροπος) της Κωνσταντινουπόλεως στο νότο της Ρωσίας. Ενώ τον μητροπολίτη του Κιέβου το θεωρούσε η Κωνσταντινούπολη έξαρχό του στη Μικρά Ρωσία, την Πολωνία και τη Λιθουανία.

  1. 17ος κανόνας της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδόνα, 431) και άλλοι κανόνες της Παλαιάς Εκκλησίας

α) Η ίδρυση των καινούργιων επαρχιών σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση στο κράτος.

Ο ιερέας Μιχαήλ Ζελτόβ έστρεψε την προσοχή του στον 17ο της Συνόδου της Χαλκηδόνας και τον 38ο της Συνόδου εν τω τρούλω του βασιλικού παλατίου, οι οποίοι κατά την άποψή του δίνουν βάσεις στον τσάρο να «αλλάζει τη υπαγωγή» των επαρχιών από έναν Πατριάρχη στον άλλο.  «Αναγνωρίζοντας την τσαρική αξία των κυβερνητών της Μόσχας οι πατέρες της Συνόδου του 1593 αναγνώριζαν και την εξουσία τους να επηρεάζουν το διοικητικό-γεωγραφικό σύστημα της Εκκλησίας σύμφωνα με τον ορθόδοξη κανονικό δίκαιο», – γράφει о π. Ζελτόβ και παραθέτει τον 38ο κανόνα της Συνόδου εν τω τρούλω το οποίο στην ουσία είναι συντομευμένος 17ος κανόνας της Χαλκηδόνας. Στη συνέχεια παραθέτουμε και τα δύο ολόκληρα κείμενα·

17ος κανόνας της Χαλκηδόνας: «Τὰς καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἀγροικικὰς παροικίας, ἢ ἐγχωρίους, μένειν ἀπαρασαλεύτους παρὰ τοῖς κατέχουσιν αὐτὰς ἐπισκόποις, καὶ μάλιστα εἰ τριακονταετῆ χρόνον ταύτας ἀβιάστως διακατέχοντες ᾠκονόμησαν. Εἰ δὲ ἐντὸς τῶν τριάκοντα ἐτῶν γεγένηταί τις, ἢ γένοιτο περὶ αὐτῶν ἀμφισβήτησις, ἐξεῖναι τοῖς λέγουσιν ἠδικεῖσθαι, περὶ τούτων κινεῖν παρὰ τῇ συνόδῳ τῆς ἐπαρχίας. Εἰ δέ τις ἀδικοῖτο παρὰ τοῦ ἰδίου μητροπολίτου, παρὰ τῷ ἐξάρχῳ τῆς διοικήσεως, ἢ τῷ Κωνσταντινουπόλεως θρόνῳ δικαζέσθω, καθά προείρηται. Εἰ δὲ καί τις ἐκ βασιλικῆς ἐξουσίας ἐκαινίσθη πόλις, ἢ αὖθις καινισθείη, τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις, καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν παροικιῶν ἡ τάξις ἀκολουθείτω».

38ος κανόνας της Συνόδου εν τρούλω του βασιλικού πσλατίου: «Τὸν ἐκ τῶν Πατέρων ἡμῶν τεθέντα κανόνα καὶ ἡμεῖς παραφυλάττομεν, τὸν οὕτω διαγορεύοντα· Εἴ τις ἐκ βασιλικῆς ἐξουσίας ἐκαινίσθη πόλις, ἢ αὖθις καινισθείη, τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις καὶ ἡ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τάξις ἀκολουθείτω».

Από τα συμφραζόμενα και των δύο κανόνων φαίνεται ότι δεν πρόκειται για την αλλαγή της δικαιοδοσίας των παλιών επαρχιών αλλά ότι οι καινούργιες πόλεις και οικισμοί που δημιουργούνται από την κρατική διοίκηση αποκτούν το δικό τους επίσκοπο σύμφωνα με τη διοικητική-επαρχιακή διαίρεση της αυτοκρατορίας. Η σωστή μας κατανόηση των κανόνων επιβεβαιώνεται με το γεγονός ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας δεν υπήρχε περιστατικό όταν ο αυτοκράτορας θα μετέφερε τη δικαιοδοσία για κάποια επαρχία ή μητρόπολη από έναν Πατριάρχη σε άλλο.

Η «Περίπτωση του Ιλλυρικού» ενισχύει τα συμπεράσματά μας· οι αυτοκράτορες-εικονομάχοι μετέφεραν τη δικαιοδοσία για το Ιλλυρικό από τον επίσκοπο της Ρώμης στην Κωνσταντινούπολη, αλλά η ορθόδοξη ιεραρχία τότε δεν μπορούσε να υποστηρίξει τη στάση της, όμως όταν οι εικονομάχοι κατηγορήθηκαν έχουν περάσει ήδη «τα τριάντα χρόνια» μετά το πέρας των οποίων ο νόμιμος επικεφαλής δεν μπορούσε πλέον να κάνει ένσταση σχετικά με την επιστροφή της δικαιοδοσίας. Δια του λόγου το ληθές όμως πρέπει να σημειωθεί ότι έλαβαν χώρα τα περιστατικά της προσάρτησης της αυτοκέφαλης Εκκλησίας σε «πιο ισχυρή γειτονική» Εκκλησία. Λόγου χάριν, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσάρτησε ολοκληρωτικά την Εκκλησία της Εφέσου στην κάθεδρα της Κωνσταντινουπόλεως σε μορφή μητροπόλεως παρότι πριν η Έφεσος ήταν αυτοδιοίκητη μητρόπολη. Αλλά αυτή η πράξη δεν ήταν συνέπεια διοικητικής απόφαση των αρχών της αυτοκρατορίας, αλλά της βούλησης του Χρυσοστόμου ο οποίος μαχόταν με τις αταξίες στην Έφεσο.

Ακόμα και το γεγονός της ύπαρξης εντός μίας αυτοκρατορίας των 4 παλαιών Πατριαρχείων (Ρώμη, Αλεξάνδρεια, Αντιοχεία και Ιεροσόλυμα) μαρτυρά για αυτό. Διότι σύμφωνα με τη λογική της αυτοκρατορίας θα έπρεπε να υπάρχει μόνο ένας παναυτοκρατορικός Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, τότε δεν θα γινόταν η αντιπαράθεση μεταξύ του Νεστορίου και του ΚύριλλουВедь по имперской логике следовало бы иметь в столице империи одного (427-431) όπως και δεν θα υπήρχε το «φαινόμεο του Διοσκόρου» (449-451) με την απώλεια όλης της Αιγύπτου από την αυτοκρατορία που ακολούθησε.

Είναι εμφανές ότι οι εν λόγω κανόνες δεν έδιναν στους Ρώσους τσάρους κανένα τεκμήριο να εκχωρεί την κάθεδρα που βρίσκεται υπό την δικαιοδοσία άλλου Πατριάρχη και έτυχε να βρίσκεται εντός του κράτους τους και να την παραχωρεί στον Πατριάρχη της Μόσχας.

Στην αρχή του άρθρου μας όμως δηλώσαμε ότι ο 17ος κανόας της Χαλκηδόνας είναι αυτός που δίνει δικαίωμα στο Πατριαρχείο της Μόσχας να επιμένει για τη δικαιοδοσία του υέρ του Κιέβου. Με ποιον τρόπο;

β) Η λύση της αντιπαράθεσης για τα δικαιώματα της δικαιοδοσίας μέσω του ορισμού «της προθεσμίας της παραγραφής» της εισαγωγής της έκτασης σε κάποια δικαιοδοσία.  

Το παραθετούμενο επάνω κείμενο χωρίζεται σε δύο άνισα μέρη. Στο δεύτερο μέρος αναφέρονται «τα βασιλικά δικαιώματα», στα οποία αναφέρεται ο π. Μιχαήλ και τα οποία στην ουσία δεν άπτονται του ζητήματος για τις παλαιές κάθεδρες. Όμως, στο πρώτο μέρος γίνεται λόγος για την εγκατάσταση των δικαιωμάτων της δικαιοδοσίας με βάση «την προθεσμία παραγραφής» της αναμφισβήτητης χρήσης της κάθεδρας ή της ενορίας. Εάν κάποιος επίσκοπος χρησιμοποιούσε μία έκταση κατά τη διάρκεια της τριακονταετίας χωρίς διαμάχες (δηλ. τα δικαιώματά του δεν διεκδίκησε κανένας άλλος αντίπαλός του) τότε πλέον τα δικαιώματά του για αυτήν την έκταση του αποδίδονται για πάντα ακόμα και εάν δεν μπορεί να παρουσιάσει κανένα άλλο τεκμήριο για τη δικαιοδοσία του πέραν της τριακονταετούς χρήσης.

Όντως η Κωνσταντινούπολη δεν έχει μεταδώσει τη Δυτική Ουκρανία στη Μόσχα, ενώ την ανατολική (Γκέτμανσινα) – την έδωσε για την «επίβλεψη» μετά των δικαιωμάτων της Κωνσταντινουπόλεως (βλ. τα έγγραφα [1] και [4]). Όμως όταν η αυτοκρατορική Ρωσία, όπως εκφράζονται οι σύγχρονοι ακραίοι Ουκρανοί, «κατέλαβε και τις εκτάσεις, και τους ναούς» ο νόμιμος (για εκείνη την περίοδο!) πρωτοιεράρχης … σιωπούσε! Καθόταν ήσυχα στην Κωνσταντινούπολη και σιωπούσε!

Η τελική ένταξη σχεδόν όλης της έκτασης της σύγχρονης Ουκρανίας υπάχθηκε στη δικαιοδοσία της Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας επί της αυτοκράτειρας Αικατερίνης της Β’ (†1796) εκτός από τις περιοχές των Εξωτερικών Ανατολικών Καρπαθίων, της Γκαλίτσινα και της Τερνόπολσινα. Ας μην εξετάζουμε την κατάσταση το 1686 γιατί θα μπορούσε κανείς να πει ότι τότε η Κωνσταντινούπολη ακόμη δεν ήξερε ότι προσβλήθηκαν τα δικαιώματά του για το Κίεβο. Δεν έχουμε λόγο να αμφιβάλουμε ότι ο ίδιος ο Γεδεών Τσετβερτίνσκι μνημόνευε τον Οικουμενικό Πατριάρχη πριν τον Πατριάρχη της Μόσχας. Η πραγματική εκχώρηση από την Κωνσταντινούπολη ήταν θέμα χρόνου και όπως όλες οι αργές διαδικασίες έγινε απαρατήρητα. Τον 18ο αι. Ίσως υπήρχε μία διττότητα· στη Μόσχα το Κίεβο το θεωρούσαν «δικό τους» ενώ στο Κίεβο αντιλαμβάνονταν τον Πατριάρχη της Μόσχας μόνο ως επίτροπο υπέρ του Κιέβου. Αλλά προς τις αρχές του 19ου αι. όλα πλέον ήταν ξεκάθαρα και  αδιαμφησβήτητα! Οι επίσκοποι τυ Κιέβου σταμάτησαν να μνημονεύουν τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως ακόμα επί της Αικατερίνης της Β’ και ορκίζονταν στην αυτοκράτειρα και τη Σύνοδο της Πανρωσικής Εκκλησίας.

Και έτσι από το 1800η Κωνσταντινούπολη ούτε μία φορά δεν δήλωσε ότι διεκδικεί τις εκτάσεις από τη Ρωσία! Ούτε μία φορά το Φανάρι δεν διέκοψε την κοινωνία με τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Πάσας Ρωσίας! Από της κανονικής απόψεως η σιωπή των Πατριαρχών τη Κωνσταντινουπόλεως για περισσότερα από 200 χρόνια μπορεί να ερμηνευτεί ως συμφωνία εκ μέρους τους. Στη νομική υπάρχει η έννοια «το δικαίωμα ιδιοκτησίας το οποίο αποκτήθηκε μετά από πολύχρονη χρήση και το οποίο δεν διεκδικήθηκε από κανένα εκ των νόμιμων κατόχων». Ίδια αρχή υπάρχει και στο εκκλησιαστικό περιβάλλον. Επιπλέον, η 1η Οικουμενική Σύνοδος στον 6ο κανόνα κατοχυρώνει τις συνηθισμένες πρακτικές («τὰ ἀρχαῖα ἔθη») και δεν εξετάζει τα έγγραφα με τα δικαιώματα σε κάθεδρα. Η ίδια σύνοδος στον 7ο κανόνα κατοχυρώνει κατά την αρχαία παράδοση την τιμή προς τον επίσκοπο Ιεροσολύμων, ενώ η 3η Οικουμενική Σύνοδος καθορίζει αυτήν την κάθεδρα (η οποία ήταν πριν μόνο μία επαρχία της μητροπόλεως της Καισαρείας) σε υπόσταση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Η 2η Οικουμενική Σύνοδος στον 3ο κανόνα δίνει στον επαρχιακό επίσκοπο του Βυζαντίου τα πρεσβεία της τιμής απέναντι σε άλλους επισκόπους – ακριβώς μετά τον της Ρώμης επίσκοπο δηλαδή αλλάζει ουσιαστικά την υπόσταση της κάθεδρας. Δεν το κάνει όμως το Κοινοβούλιο, αλλά η Οικουμενική Σύνοδος! Και προτρέχει μάλιστα στις αποφάσεις οι οποίες αλλάζουν τις συνήθειες που κεκράτηκαν πάρα πολύ σπάνια. Συνήθως οι πατέρες των Συνόδων έδιναν προτεραιότητα στην τάξη η οποία επικρατούσε στην πραγματικότητα επί πολλών ετών. Στην πραγματικότητα η εκκλησιαστική τάξη στις εκτάσεις της σύγχρονης Ουκρανίας υπαγόταν στη Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας (έως το 1917), ύστερα μετέβη στην διοίκηση του Πανρωσικού Πατριάρχη Τύχωνα και έτσι μέχρι τις ημέρες μας. Η Κωνσταντινούπολη «κοιμόταν» (ή «κρατούσε διπλωματικά τη σιωπή») κατά τη διάρκεια παραπάνω από 200 χρόνων και σε αυτό το χρονικό διάστημα έχασε το χρόνο όταν μπορούσε με νόμιμο τρόπο να διεκδικήσει από τη Μόσχα τα δικαιώματα της δικαιοδοσίας υπέρ του Κιέβου.

Γι’ αυτό το λόγο είναι πλέον αργά να κουνάει κανείς τις σκονισμένες επιστολές της οθωμανικής περιόδου. Η πραγματικά λειτουργούσα νόμιμη Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ουκρανία είναι μία. Και είναι η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία. Μπορεί κανείς να βρει αρκετούς λόγους για να ασκήσει κρητική κατά της ιεραρχίας της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αναμφισβήτητο όμως είναι το γεγονός ότι δεν κατέλαβε τίποτα που θα ανήκε σε κάποιον άλλον, αλλά ήρθε στις κάθεδρές της με την αναδοχή της επισκοπικής υπηρεσίας. (Ας αφήσουμε στην παρένθεση την κατάσταση που διαμορφώθηκε γύρω από τη Σύνοδο στο Λβιβ το 1946 στη Δυτική Ουκρανία όταν όλοι οι οικουμενικοί ναοί καταλήφθηκαν και αποδόθηκαν στο Πατριαρχείο της Μόσχας επειδή αυτή η κατάσταση οφείλεται στο τρομοκρατικό καθεστώς του Στάλιν και ο Πατριάρχης ουδεμία σχέση είχε με αυτό ενώ τον εκμεταλλεύτηκε ο «αρχηγός των λαών» ο οποίος δεν θα δεχόταν καμία αντίσταση). Αυτό είναι που ξεχωρίζει τη σύγχρονη κατάσταση από την κατάσταση του 18ου αι. Η Μοσχοβίτικη ιεραρχία ήρθε εδώ στις εκτάσεις που ήταν στην ουσία άδειες. Ναι, τυπικά αυτή η έκταση τότε ανήκε στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως αλλά στην πραγματικότητα στην Ουκρανία δεν υπήρχε καμία λειτουργούσα εκκλησιαστική δομή. Ο αρχιεπίσκοπος Ιώβ (Γκέτσα) [4] κατάφερε να αριθμήσει μόνο δύο επισκόπους σε όλη την ουκρανική επικράτεια, αλλά μέχρι και εκείνοι ήταν «επίσκοποι χωρίς ναό και κάθεδρα». Οι τυπικές κάθεδρες ήταν άδειες για δέκα και παραπάνω χρόνια· η Κωνσταντινούπολη δεν βρισκόταν σε θέση να στέλνει εγκαίρως του επισκόπους στη θέση των αποθανόντων ή δολοφονημένων αρχιερέων. Μόνο με τον κόπο της ιεραρχίας της Ρωσικής Εκκλησίας δημιουργήθηκε, σταθεροποιήθηκε και αναπτύχθηκε όλα όσα τώρα με επιδρομές προσπαθούν να αρπάξουν οι πολέμιοι της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στο ισχύον κανονικό δίκαιο υπάρχουν κανόνες οι οποίοι αφορούν τη διαρρύθμιση της υπόστασης της επίδικης έκτασης. Ο 17ος κανόνας της Συνόδου της Χαλκηδόνας  / 25ος κανόνας της Συνόδου εν τρούλω: «Τὰς καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἀγροικικὰς παροικίας, ἢ ἐγχωρίους, μένειν ἀπαρασαλεύτους παρὰ τοῖς κατέχουσιν αὐτὰς ἐπισκόποις, καὶ μάλιστα εἰ τριακονταετῆ χρόνον ταύτας ἀβιάστως διακατέχοντες ᾠκονόμησαν. Εἰ δὲ ἐντὸς τῶν τριάκοντα ἐτῶν γεγένηταί τις, ἢ γένοιτο περὶ αὐτῶν ἀμφισβήτησις, ἐξεῖναι τοῖς λέγουσιν ἠδικεῖσθαι, περὶ τούτων κινεῖν παρὰ τῇ συνόδῳ τῆς ἐπαρχίας. Εἰ δέ τις ἀδικοῖτο παρὰ τοῦ ἰδίου μητροπολίτου, παρὰ τῷ ἐξάρχῳ τῆς διοικήσεως, ἢ τῷ Κωνσταντινουπόλεως θρόνῳ δικαζέσθω, καθά προείρηται».

Ο κανόνας λέει για την τριακονταετή περίοδο της ύπαρξης των ενοριών εντός κάποια επαρχίας στην περίπτωση που καμία άλλη επαρχία δεν την διεκδίκησε. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Σύνοδος, πρώτον, δεν ενδιαφέρεται για την πιο παλαιά ιστορία των ενοριών (δηλ. δεν αναρωτιέται «υπό τίνος την δικαιοδοσία υπαγόταν αυτή η ενορία 300 χρόνια πριν;») και, δεύτερον, δεν απαιτεί την εξέταση των εγγράφων· μόνο η πραγματική αναμφισβήτητη ύπαρξη της ενορίας εντός μίας επαρχίας για 30 χρόνια. Αυτή είναι η αρχή του ορισμού της δικαιοδοσίας. Εάν μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια κανένας δεν διεκδίκησε αυτήν την έκταση τότε εκείνος που θα μπορούσε να τη διεκδικήσει αλλά δεν το έκανε έχασε τα δικαιώματά του.   а во-вторых, не требует обзора документальных источников: только фактическая бесспорность существования прихода в составе епархии в течение 30 лет. Это принцип установления прав юрисдикции. Γίνεται να διεκδικήσει κανείς κάτι που αποσπάστηκε σήμερα ή χθες αλλά δεν υπάρχει νόημα να βυθιζόμαστε σε αντιπαραθέσεις σχετικά με τα δικαιώματα που υπήρχαν πριν 300 χρόνια. Σε τόσο μακρινό παρελθόν δεν θα βρούμε ποτέ απαντήσεις σε σύγχρονες ερωτήσεις. Λοιπόν, η Σύνοδος δεν μας επιτρέπει ακόμα και να «κινήσουμε την αγωγή» στην περίπτωση που αυτή η ενορία υπήρχε ειρηνικά στην υπόστασή της για 30 χρόνια. Αυτός ο κανόνας καθορίζει τις αρχές. Η Κωνσταντινούπολη δηλώνει σήμερα ότι ο κανόνας δε αυτολεξεί «αφορά μόνο τις ενορίες, αλλά όχι τις επαρχίες», δεν είναι όμως έτσι.  Όντως ο κανόνας είναι διαμορφωμένος έτσι λες και αφορά μόνο τις ενορίες, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή τα σύνορα των επαρχιών το 451 ήταν ήδη σταθερά διαμορφωμένα με τη συμφωνία της εκκλησιαστικής και της αυτοκρατορικής διοίκησης, ενώ οι καινούργιες επαρχίες ιδρύονταν σύμφωνα με τις αποφάσεις της αυτοκρατορικής διοίκησης για την τεκμηρίωση (παροχή) της καινούργιας περιοχής. Γι’ αυτό το λόγο η αντιπαράθεση για τα σύνορα των επαρχιών σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να προκύψει την περίοδο όταν συστήθηκε αυτός ο κανόνας. Όμως στην ουσία αποτελεί κανόνα ο οποίος ρυθμίζει την αρχή του ορισμού της δικαιοδοσίας και επειδή η εκκλησιαστική δομή εν γένει είναι ενιαία, οι αρχές του ορισμού της δικαιοδοσίας ως προς τις «αμφισβητήσιμες» περιοχές είναι ίδιες με αυτές των «αμφισβητήσιμων» επαρχιών και εκκλησιαστικών περιοχών.

Ο 119ος (133ος) κανόνας της Συνόδου της Καρθαγένης δηλώνει ότι εάν κάποιο μέρος χρησιμοποιείτο ως εκκλησιαστική ενορία κατά τη διάρκεια των τριών ετών και υπήρχε ο επίσκοπος ο οποίος θα μπορούσε να διεκδικήσει αυτό το μέρος αλλά δεν το έκανε τότε χάνει το δικαίωμα της δικαιοδοσίας.

Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι στους ίδιους κανόνες της Συνόδου της Καρθαγένης στο 120 (134) σχετικά με το ζήτημα των αμφισβητήσιμων εκτάσεων συστήνει στους επισκόπους να προτρέχουν μόνο στην συνοδική δίκη των επισκόπων, και εάν αυτός που διεκδικήσει τη δικαιοδοσία «ἐπέλθωσι τοῖς λαοῖς» ή χωρίς τη ομαδική απόφαση των επισκόπων θα προσπαθήσει να καταλάβει την έκταση θα αποστή ακόμα και αυτά που κατέχει.  Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα εξής λόγια του κανόνα: «Καὶ μὴ ἑαυτόν τις κολακεύσῃ, εἰ ἐκ τοῦ πρωτεύοντος γράμματα περὶ τοῦ κατέχειν ἔλαβεν, ἀλλ’ εἴτε γράμματα ἔχει εἴτε οὐ ἔχει συνέλθοι τῷ κατέχοντι καὶ παρ’ αὐτοῦ γράμματα λάβοι Ἐὰν δὲ κἀκεῖνός τινα ζήτησιν ἀντεναγάγῃ καὶ αὐτὴ περατωθῇ μεταξὺ ἐπισκόπων κρινόντων … οὓς γειτνιῶντας κατὰ συναίνεσιν ἐπιλέξωνται». Σε εφαρμογή αυτού του κανόνα στη διαμάχη ανάμεσα σε δύο Τοπικές Εκκλησίες αυτό σημαίνει ότι η Κωνσταντινούπολη θα έπρεπε να αιτήσει από τον Πατριάρχη της Μόσχας (ο οποίος «κατέχει την Ουκρανία στη διοίκησή του») το δικαίωμα για την Ουκρανία/ Εάν δε η Μόσχα αρνηθεί τότε το ζήτημα για την Ουκρανία πρέπει να λύνεται στη συνέλευση των επικεφαλής των Τοπικών Εκκλησιών. Ο Πατριάρχη Κύριλλος κατηγορείται συχνά επειδή δεν παρευρέθηκε στη Σύνοδο της Κρήτης το 2016 και εξαιτίας της απουσίας του αυτό το ζήτημα δεν συζητήθηκε. Όμως, βλέπουμε ότι σήμερα η πλειοψηφία των επικεφαλής και των Συνόδων των Τοπικών Εκκλησιών – της Αλεξάνδρειας, της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων, της Γεωργιανής, της Σερβικής, της Βουλγαρικής, της Ελλαδικής, τη Πολωνικής, της Τσεχίας και της Σλοβακίας, της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική, η οποία έως σήμερα δεν αναγνωρίζεται από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως – εξέφρασαν τις απόψεις τους υποστηρίζοντας τα δικαιώματα της Μόσχας

Γενικό συμπέρασμα

Τα έγγραφα του 1593 και του 1686 δεν παρέχουν στη Μόσχα τα δικαιώματα της δικαιοδοσίας, δηλαδή δεν μεταφέρουν τη μητρόπολη του Κιέβου από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως στο Πατριαρχείο της Μόσχας. Όμως έχοντας έρθει στις εκτάσεις της μητρόπολης του Κιέβου, οι οποίες για μεγάλο χρονικό διάστημα βρίσκονταν σε κατάστασης πλήρους ερήμωσης (εξαιτίας των διωγμών των ορθόδοξων από πλευράς των ουνιατών, των Πολωνών, των Τατάρων) το Πατριαρχείο της Μόσχας σχημάτισε, πιο συγκεκριμένα ανέγειρε από το μηδέν το κτίριο της εκκλησιαστικής διοίκησης, της ιεραρχίας, έχτισε τη μοναστική δομή και κατά τη διάρκεια πολλών αιώνων έτρεφε πνευματικά το ποίμνιο των ουκρανικών εδαφών. Το 1686 στην ποιμενική επίβλεψη του Πατριαρχείο της Μόσχας παραδόθηκαν στην ουσία ερείπια, τώρα δε η μητρόπολη του Κιέβου υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Μόσχας είναι η μεγαλύτερη σε αριθμό του ποιμνίου εκκλησιαστική δομή στην Ουκρανία. Μέσα σε 300 χρόνια το Πατριαρχείο της Μόσχας απέκτησε «το δικαίωμα της ιδιοκτησίας» δηλαδή το δικαίωμα της δικαιοδοσίας υπέρ του Κιέβου και αρκετές φορές μέσα σε αυτά τα 300 χρόνια εξέφραζε τη στάση του σε αυτό το ζήτημα. Η Κωνσταντινούπολη όλα αυτά τα 300 χρόνια ήξερε τη στάση της Μόσχας και δεν την αμφισβήτησε ούτε μία φορά έχοντας χάσει κατ’ αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα για ένσταση εντός τριακονταετίας μετά την εγκατάσταση της δικαιοδοσίας της Μόσχας υπέρ του Κιέβου. Γι’ αυτό το λόγο οι πράξεις της Κωνσταντινουπόλεως η οποία τον Οκτώβριο του 2018 με τη συνοδική απόφασή της ακύρωσε την πράξη της από 1686 και επανάφερε το σταυροπήγιο της Κωνσταντινουπόλεως στο Κίεβο [6] είναι παράνομες!

Δεν γράψαμε την παρούσα μελέτη με σκοπό να αποδυναμώσουμε τα δικαιώματα της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου της Μόσχας υπέρ της Εκκλησίας του Κιέβου, αλλά με σκοπό να αποκλείσουμε από το σύνολο των λογικών επιχειρημάτων μερικά ψευδή επιχειρήματα τα οποία παρότι είναι λίγα μπορούν να ενοχλήσουν τη σωστή τεκμηρίωση του ζητήματος.

 

 

Βιβλιογραφία:

  1. Ο Οικουμενικός Θρόνος και η Εκκλησία της Ουκρανίας. Ομιλούν τα κείμενα [Ηλεκτρονική πηγή] // Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον [ιστότοπος]. 09.2018. URL: https://goo.gl/ubahwo(ημερομηνία επίσκεψης: 04.11.2018).
  2. Ζελτόβ Μιχαήλ, ιερέας Ιστορικά και κανονικά τεκμήρια της ενότητας της ρωσικής Εκκλησίας [Ηλεκτρονική πηγή] // Pravoslavie.ru [Ιστότοπος]. 28.09.2018. URL: https://goo.gl/a979Fo(Ημερομηνία επίσκεψης: 04.11.2018).
  3. Ιλαρίων (Ιβάν Ογκιένκο), μητρ. Η Ουκρανική Εκκλησία [Ηλεκτρονική πηγή] // Nashs Parafia [Ιστότοπος]. 26.07.2015. URL: https://goo.gl/mbBkXe(Ημερομηνία επίσκεψης: 04.11.2018).
  4. Ιώβ (Γκέτσα), αρχιεπ. Η Ουκρανία πάντα ήταν κανονική έκταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου [Ηλεκτρονική πηγή] // Glavkom [Ιστότοπος]. 17.09.2018. URL: https://goo.gl/oVe6b7(Ημερομηνία επίσκεψης: 04.11.2018).
  5. Κουράεβ Αντρέι, διακ. Οι απορίες του μη-ιστορικού – στον ιστορικό [Ηλεκτρονική πηγή] // Zhivoy Zhournal. Διάκων Αντρέι Κουράεβ [βλογκ]. 04.10.2018. URL:https://goo.gl/WKW6Jj(Ημερομηνία επίσκεψης: 04.11.2018).
  6. Οι αποφάσεις της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως σχετικά με το αυτοκέφαλο της Ουκρανίας [Ηλεκτρονική πηγή] // TCH.ua [Ιστότοπος]. 11.10.2018. URL:https://goo.gl/bRbLRe(Ημερομηνία επίσκεψης: 04.11.2018).
  7. Σολοβιόβ Σ.Μ. Άπαντα: βιβλίο 18, τ. 2: Η ιστορία της Ρωσίας από τα αρχαιότατα χρόνια. Т. 3-4. Μόσχα.: Γκόλος, 1993. Σ. 768.
  8. Τσεντσόβα Β. Σχολιασμός [για το άρθρο του ιερέα Μ. Ζελτόβ «Ιστορικά και κανονικά τεκμήρια της ενότητας της ρωσικής Εκκλησίας»] [Ηλεκτρονική πηγή] // Facebook. Basil Lourié [блог]. 02.10.2018. URL:https://goo.gl/et5F2F(Ημερομηνία επίσκεψης: 04.11.2018).

 

Τα στοιχεία του συγγραφέα:

Αρχιμανδρίτης Θεογνώστης (Πουσκόβ) – διδάκτωρ της θεολογίας, ιερέας του ναού Αγίου Νικολάου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (οικ. Κουρτσάεβκα, νομός Λουγκάνσκαγια, Ουκρανία).